Ιστορία Τσιμέντου

Το τσιμέντο είναι ένα υδραυλικό συνδετικό υλικό και βασικό συστατικό των σκυροδεμάτων και των κονιαμάτων. Λειτουργεί σαν ένα είδος κόλλας για να συνδέει μεταξύ τους την άμμο και τα χαλίκια. Το τσιμέντο, που είχε αρχικά χρησιμοποιηθεί από τους Αιγύπτιους και τους Ρωμαίους, ανακαλύφθηκε ξανά στις αρχές του 19 αιώνα. Με την πάροδο των δεκαετιών, το τσιμέντο εξελίχθηκε και για τις εταιρίες του Ομίλου LafargeHolcim αποτελεί πλέον ένα τεχνολογικό προϊόν.

 

Στην αρχή

Στις αρχαίες κατασκευές, χρησιμοποιούσαν ένα μίγμα άσβεστου, αργίλου, άμμου και νερού. Οι Αιγύπτιοι το χρησιμοποιούσαν ήδη πριν από 2.600 χρόνια.

Κατά τον 1 αιώνα μ.Χ., οι Ρωμαίοι τελειοποίησαν αυτό το «συνδετικό υλικό». Προσθέτοντας ηφαιστειογενές υλικό από την περιοχή Pozzuoli, κοντά στη Νάπολη, ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να επιτύχουν την πήξη αυτού του μίγματος κάτω από το νερό.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το έδαφος της περιοχής Pozzuoli - από την οποία πήρε το όνομά της η ποζολάνη - περιέχει άργιλο σε ποσοστό 60 έως 90% και άσβεστο σε ποσοστό 10 έως 40%, ανάλογα με την πηγή. Αρχαιολογικά ευρήματα από εκείνη την εποχή, όπως τσιμεντένιοι αγωγοί έχουν ανακαλυφθεί σε πολλές ρωμαϊκές πόλεις.

1817: αναγέννηση

Το 1817, ο νεαρός μηχανικός Louis Vicat μελετούσε τις υδραυλικές ιδιότητες ενός μίγματος «άσβεστου - ηφαιστειογενούς τέφρας».

Ο Louis Vicat ήταν ο πρώτος που προσδιόρισε με ακριβή, ελεγχόμενο και αναπαράξιμο τρόπο τις αναλογίες ασβεστόλιθου και πυριτίου που απαιτούνταν, για να δημιουργηθεί ένα μίγμα, το οποίο, μετά από έψηση σε συγκεκριμένη θερμοκρασία και άλεση, παρήγαγε ένα υδραυλικό συνδετικό υλικό για βιομηχανικές εφαρμογές. Ήταν το γνωστό τσιμέντο.

Ωστόσο δημοσίευσε τα αποτελέσματα της έρευνάς του χωρίς να καταθέσει αίτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας..

19 αιώνας: βιομηχανοποίηση

Ο Σκωτσέζος Joseph Aspdin επαναπροσδιόρισε τη σύνθεση του τσιμέντου που ανέπτυξε ο Louis Vicat και το 1824, κατέθεσε αίτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για ένα τσιμέντο βραδύτερης πήξης. Το ονόμασε Portland, επειδή έμοιαζε με ένα είδος πετρώματος της περιοχή Portland στη νότια Αγγλία.

Η χρήση τσιμέντου εξαπλώθηκε με τις νέες, ταχύτερες διεργασίες παραγωγής του.

20ος αιώνας: καινοτομίες με την υπογραφή του Ομίλου LafargeHolcim

Δύο σημαντικές ανακαλύψεις σηματοδότησαν τις αρχές του 20ου αιώνα:

  • η παραγωγή του λευκού τσιμέντου, στο οποίο χρησιμοποιείται καολίνη αντί του αργίλου. Αυτό το τσιμέντο προσφέρει την ίδια αντοχή με ένα αντίστοιχο φαιό τσιμέντο, αλλά έχει καλύτερα αισθητικά χαρακτηριστικά,
  • η ανακάλυψη του Ciment Fondu® που πραγματοποιήθηκε το 1908 από τον Jules Bied, διευθυντή του ερευνητικού εργαστηρίου της LafargeHolcim. Αυτό το τσιμέντο που παρασκευάζεται από ασβεστόλιθο και βωξίτη είναι ανθεκτικό στις ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες και τις υψηλές θερμοκρασίες. Είναι πολύ ευπροσάρμοστο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συνδετικό υλικό υψηλών επιδόσεων σε ευρεία γκάμα εφαρμογών.

Σήμερα, οι ομάδες έρευνες και ανάπτυξης του Ομίλου LafargeHolcim συνεχίζoυν να εστιάζουν στην καινοτομία και εργάζονται με στόχο τη διαρκή βελτίωση των ιδιοτήτων του τσιμέντου.